Η Προοπτική Ανάπτυξης της Ελληνικής Οικονομίας
Μία εικοσαετία θα απαιτηθεί ακόμη προκειμένου το ΑΕΠ της Ελλάδας να φθάσει στο ίδιο επίπεδο με την υπόλοιπη Ευρώπη, σύμφωνα με εκτίμηση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα.
Κατά τη διάρκεια συνέντευξής του στην Ολλανδική εφημερίδα NRC, απάντησε σε ερώτηση σχετικά με το χρονικό διάστημα που απαιτείται για να επανέλθει το ΑΕΠ της Ελλάδας στα προ της κρίσης επίπεδα. Ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι «Είμαστε πιο φιλόδοξοι από αυτό. Θέλουμε μέσα σε λιγότερο από είκοσι χρόνια να φτάσουμε στο ίδιο επίπεδο με την υπόλοιπη Ευρώπη. Αναπτυσσόμαστε ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Γι’ αυτό και είμαι πεπεισμένος ότι θα το πετύχουμε».
Οι Προκλήσεις της Εγχώριας Οικονομίας
Αναφορικά με την κατάσταση της οικονομίας, ο κ. Στουρνάρας επεσήμανε ότι με βάση την αγοραστική δύναμη, η Ελλάδα κατατάσσεται σε μία από τις τελευταίες θέσεις στην Ευρώπη, ανάμεσα στη Βουλγαρία και τη Λετονία. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα εισοδήματα αυξάνονται με αργούς ρυθμούς. «Δεν είμαστε πλέον στο σημείο που βρισκόμασταν πριν από την κρίση. Αλλά η οικονομία τότε ήταν μια φούσκα, δεν ήταν πραγματική», πρόσθεσε. Επισήμανε ότι, αν και οι μισθοί έχουν γίνει πιο ανταγωνιστικοί, υπάρχει δρόμος μπροστά για τη βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.
Μίλησε επίσης για την αναγκαιότητα αναβάθμισης των δημόσιων υποδομών, της δικαιοσύνης, και του εκπαιδευτικού συστήματος. Ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι ακόμη και οι ειδικευμένοι εργαζόμενοι δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, ενώ κάποια τμήματα της οικονομίας παραμένουν κλειστά στους νεοεισερχόμενους.
Τα Μαθήματα από την Κρίση
Ο κ. Στουρνάρας αναγνώρισε ότι ένα από τα σφάλματα κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης ήταν η δραστική μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας, η οποία έχει καταστεί σήμερα μία από τις πιο ευέλικτες στην Ευρώπη. Σε αντίθεση με αυτό, η αγορά αγαθών και υπηρεσιών μεταρρυθμίστηκε αργότερα. «Μειώσαμε τους μισθούς, αλλά όχι και τις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών», εξήγησε. Εάν είχαμε παρέμβει ταυτόχρονα και στους δύο τομείς, «η μείωση της αγοραστικής δύναμης θα ήταν ενδεχομένως λιγότερο σοβαρή και η ύφεση λιγότερη βαθιά», ανέφερε, υπογραμμίζοντας τη σημασία της σειράς εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων.