Ανάπτυξη του Κατώτερου Μισθού και οι Έντονες Επιδράσεις της Φορολογίας και της Ακρίβειας
Η κατώτερη μισθοδοσία έχει σημειώσει μια πολύ μικρή άνοδο πρόσφατα, ωστόσο οι επιπτώσεις της αυτής της αύξησης είναι ήδη ορατές στους εργαζόμενους. Συγκεκριμένα, θα εξετάσουμε πώς η αύξηση αυτή έχει σχεδόν εξανεμιστεί από τις επιβαρύνσεις της φορολογίας και την αυξημένη ακρίβεια που επικρατεί στην καθημερινή ζωή.
Η αύξηση του κατώτερου μισθού, αν και αναγκαία, δεν φαίνεται να είναι επαρκής για να καλύψει τις αυξανόμενες ανάγκες των εργαζομένων. Τα τελευταία χρόνια, οι τιμές αγαθών και υπηρεσιών έχουν αυξηθεί σημαντικά, αφήνοντας τους μισθούς να υπολείπονται της πραγματικότητας. Ειδικότερα, οι τομείς της ενέργειας, των τροφίμων και των ενοικίων έχουν παρουσιαστεί με αύξηση τιμών που έχει επηρεάσει σχεδόν κάθε ελληνικό νοικοκυριό.
Επιπλέον, η φορολογία αποτελεί ακόμη ένα σοβαρό ~αν όχι τον πιο κύριο~ πλήγμα για τους κατώτατους μισθούς. Οι εργαζόμενοι βλέπουν ένα αξιοσημείωτο ποσοστό των αποδοχών τους να κατευθύνεται προς τα κρατικά Ταμεία, αφήνοντάς τους με μια μειωμένη αγοραστική δύναμη. Αυτό σημαίνει ότι παρά την αύξηση του μισθού τους, στην πράξη η πραγματική αξία των εισοδημάτων τους έχει μειωθεί δραματικά.
Είναι προφανές ότι απαιτείται μια συστηματική προσέγγιση για να εξισορροπηθούν οι μισθοί με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Η πολιτική ανάγκη είναι η αναμόρφωση των φορολογικών συστημάτων καθώς και η πιο δίκαιη κατανομή των εισοδημάτων. Η ενίσχυση της στήριξης στους κατώτερους μισθούς θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια πιο ανθεκτική κοινωνική βάση και να μειώσει την οικονομική παρακμή.
Η κατάσταση αυτή απαιτεί επαγρύπνηση από τους εργαζόμενους και τις αντιπροσωπείες τους, προκειμένου να διεκδικήσουν τα δικαιώματα και τις προοπτικές τους που τους αξίζουν. Μια βιώσιμη λύση προϋποθέτει μακροπρόθεσμους στόχους και μια στοχευμένη πολιτική παρέμβαση, ώστε να εξασφαλιστεί ότι κανένας εργαζόμενος δεν θα μένει πίσω στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.