Ο Νικόλαος Κασομούλης: Ένας Αγωνιστής με Σπαθί και Πένα
Στην έκδοση των απομνημονευματικών γραπτών του Νικόλαου Κασομούλη, ο οποίος δραστηριοποιήθηκε στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, φτάνοντας και στη Μακεδονία, αναδεικνύεται ένας παθιασμένος αγωνιστής και ταυτόχρονα ένας ιδιαίτερος συγγραφέας. Παρόλο που ο Κασομούλης συμμετείχε στον αγώνα ως πολεμιστής δεύτερης γραμμής, η βιωματική του μνήμη αποπνέει μοναδική χάρη, κυρίως λόγω της αυθόρμητης και ιδιαίτερης γλώσσας που χρησιμοποίησε. Σήμερα, το έργο του γοητεύει με τον γεμάτο πάθος τρόπο περιγραφής των γεγονότων που βίωσε, αναδεικνύοντας την αναγκαιότητα της προσωπικής μαρτυρίας στην ιστορία.
Η διπλή αυτή στοχοθεσία του Κασομούλη, ως στρατιώτη και γραφέα, αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στον πρόλογο του βιβλίου «Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833» από τον κλασικό ιστορικό Γιάννη Βλαχογιάννη. Στον πρόλογο αυτό, ο Βλαχογιάννης περιγράφει τους γενναίους αγωνιστές που, αν και αρχικά παρέμειναν ανώνυμοι, ανέδειξαν εξαιρετική παλικαριά και κατέκτησαν τη δόξα. Σημαντική είναι η επισήμανση ότι για να επιτευχθεί η νέα αντίληψη της παλικαριάς, αρκούσε η ίδια η αγωνιστικότητα. Ο Κασομούλης, αν και στρατιώτης με σωστό νου και φρόνηση, δεν είχε την «τρέλα» που μπορεί να οδηγήσει κάποιον σε μεγάλα και θεαματικά έργα.
Ο Νικόλαος Κασομούλης υπήρξε ένας καλλιεργημένος άνθρωπος, όχι μόνο στον τομέα της γραμματικής, αλλά και στις κοινωνικές αξίες, συμμετέχοντας στην πρόοδο της κοινότητας, στη διακίνηση εμπορευμάτων και στην πρόοδο του ανθρώπου γενικότερα. Τα πρώτα του μαθήματα ξεκίνησαν σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών, όταν ο πατέρας του, αναμειγμένος σε πατριωτικές ανησυχίες, βρισκόταν στην Τσαρίτσανη. Έτσι, τα πρώτα του γράμματα είχαν και τον χαρακτήρα των πρωτόλειων πατριωτικών μαθημάτων, με τις αδυναμίες και τα λάθη που προκύπτουν από μια νεόφυτη μάθηση.
Η γραφή του Κασομούλη αποκαλύπτει τις προκλήσεις που αντιμετώπισε, καθώς μάλιστα διακρίνεται σε αυτές αρκετός αυτοσχεδιασμός και έντονες ορθογραφικές και γραμματικές ατέλειες. Η διήγησή του ξεκινά στα τέλη του 1820, όταν στέλνεται από τον πατέρα του στην Αίγυπτο, αναδεικνύοντας τη σχέση του με το εμπόριο, που τον «έβαλε» πιο κοντά στη γλώσσα και τη γραφή. Ο Κασομούλης σχεδόν αμέσως συμμετείχε στις επαναστατικές διαδικασίες, ανταγωνιζόμενος με απλή, αλλά πυκνή γλώσσα, αποτυπώνοντας την αγωνία και τον παλμό ενός ολόκληρου λαού.
Αναμνήσεις από τη Θεσσαλονίκη
Από τους τέσσερις τόμους των Ενθυμημάτων στρατιωτικών της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, ο Κασομούλης προσφέρει μια από τις πιο αξιόπιστες μαρτυρίες για τον αγώνα του 1821, εστιάζοντας σε μια κρίσιμη ημερομηνία, την 18η Φεβρουαρίου του 1822:
«Με δύο πολεμικά πλοία Ψαριανά και με όσους στρατιώτες κατάφερα να συγκεντρώσω, αναχωρήσαμε από Ψαρά και στις 22 φτάσαμε στα παράλια του Ολύμπου. Τον Γέρο-Στέργιο, όπως τον είδα φανατισμένο, δεν του αποκάλυψα τίποτα για τα σχέδιά μας στην Πελοπόννησο, ούτε και για τη συνεργασία μας με τον Οδυσσέα. Το πλοίο στο οποίο βρισκόταν αυτός κατέστη ταχύτερο και βγήκε στο Ελευθεροχώρι νωρίς το πρωί, ενώ εμείς φτάσαμε μόλις το βράδυ. Κατά την διάρκεια του πολέμου, δεν είναι σπάνιο μικρά λάθη να οδηγούν σε σοβαρές αποτυχίες.
Ο γερό-Στέργιος, φανατισμένος από τον ενθουσιασμό, έσπευσε να ανακοινώσει την άφιξή μου στον Διαμαντή και αμέσως έγραψε επιστολές προς όλους τους αρχηγούς και ναυάρχους της περιοχής, ενημερώνοντάς τους για τη συνεργασία μας. Οι αντιπρόσωποι των διάφορων ομάδων, με την αγανάκτησή τους απέναντι στους Τούρκους, άρχισαν να προετοιμάζονται για μάχη με την ελπίδα να δουν την ανάσταση του έθνους μας. Ανταποκρινόμενος ο πάντα αγαπητός Καρατάσος, ζήτησε να παρουσιαστούμε και εμείς με τα πλοία για να θορυβήσουμε τους εχθρούς. Έτσι, φορτωμένα τα πλοία με διάφορα πολεμοφόδια, επιμείναμε στην προσπάθειά μας.
Λίγο πριν τη αναχώρησή μας, ζήτησα τη συγκατάθεση των πλοιαρχών και συμμορφώθηκαν. Ξεκινήσαμε με έναν ήπιο αέρα και προχωρήσαμε προς τον κόλπο. Στον λιμένα της Επανομής, βρήκαμε τέσσερα ευρωπαϊκά εμπορικά πλοία, που κατευθύνονταν και αυτά προς Θεσσαλονίκη. Προσεγγίζοντας τα δύο πλοία μας, σε κοντινές αποστάσεις, σταχυολογήσαμε τις σημαίες μας και αρχίσαμε να πυροβολούμε. Εγώ παρακολουθούσα με το τηλεσκόπιο, παρατηρώντας με αγωνία τις κινήσεις των Τούρκων και τον αγώνα της δικής μας πλευράς.
Μέχρι την άφιξή μας στο Ελευθεροχώρι, με εκπλήσσει η αδυναμία αντίστασης των Τούρκων, κι έτσι καταφέραμε να επιτύχουμε τον στόχο μας με τον κατάλληλο συντονισμό. Οι αναμνήσεις αυτές από την επαναστατική περίοδο είναι απολύτως καθοριστικές και αποτυπώνουν την ηρωική διάθεση του Έλληνα αγωνιστή.
Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 23.03.2025