Η Θεσσαλονίκη έχοντας απωλέσει τα τελευταία 100 και κάτι χρόνια τον σύμφυτο με την ιστορική της διαδρομή και τη γεωγραφική της θέση κοσμοπολιτισμό έχει μαραζώσει κοινωνικά και οικονομικά
Ο Νοέμβριος ταιριάζει στη Θεσσαλονίκη. Κατ’ αρχάς ο φθινοπωρινός καιρός ταιριάζει «γάντι» στην αρχιτεκτονική του κέντρου της πόλης, που παραπέμπει στην Κεντρική Ευρώπη. Αλλά και η διοργάνωση του Φεστιβάλ Κινηματογράφου, προς χάριν του οποίου έρχονται στη Θεσσαλονίκη πολλοί άνθρωποι του σινεμά, αλλά και γενικότερα των τεχνών και του πολιτισμού, της προσδίδει έναν αστικό κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, που για αιώνες ήταν η ταυτότητά της, αλλά πλέον αναδύεται επιλεκτικά και μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Το περασμένο Σαββατοκύριακο είχε όλα τα χαρακτηριστικά του Νοεμβρίου και του Φεστιβάλ. Φθινοπωρινό καιρό, κινητικότητα νέων ανθρώπων στους δρόμους και έντονο ρυθμό μέχρι αργά το βράδυ στα γεμάτα μαγαζιά εστίασης και διασκέδασης. Σε μια περίοδο κατά την οποία τις καθημερινές η πόλη «νεκρώνει» μετά τις 11 το βράδυ, τα βράδια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου είναι διαφορετικά. Εάν, μάλιστα, συνυπολογίσει κανείς και το άρωμα σταρ που άφησαν στο πέρασμά τους η Ζιλιέτ Μπινός, ο Ρέιφ Φάις και ο Ματ Ντίλον, που βρέθηκαν στην πόλη για να τιμηθούν, αλλά και οι άνθρωποι της τέχνης και του πολιτισμού που αυτές τις ημέρες κυκλοφορούν ανάμεσά μας, τότε η εικόνα αναβαθμίζεται ακόμη περισσότερο. Μια κατάσταση που εάν συνέβαινε πιο συχνά -πολύ περισσότερο εάν επρόκειτο για καθημερινότητα, θα αναβάθμιζε εξ’ ορισμού και σε συγκλονιστικό βαθμό τη Θεσσαλονίκη σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Διότι στις δέκα ημέρες του κινηματογραφικού φεστιβάλ μόνο ο σπόρος μιας νέου τύπου διεθνοποίησης μπορεί να πέσει. Η ανθοφορία του απαιτεί συχνό… πότισμα και όχι μόνο μία ή δύο φορές τον χρόνο.
Η Θεσσαλονίκη έχοντας απωλέσει τα τελευταία 100 και κάτι χρόνια τον σύμφυτο με την ιστορική της διαδρομή και τη γεωγραφική της θέση κοσμοπολιτισμό έχει μαραζώσει κοινωνικά και οικονομικά. Οι αναλαμπές αυτού του διαστήματος καταγράφονται ως οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα και -επιπλέον- συμβαίνουν διαρκώς σπανιότερα. Το ζητούμενο για μια ουσιαστική αναβάθμιση της Θεσσαλονίκης, αλλά και την ενδυνάμωσης του ρόλου της στη χώρα και την ευρύτερη περιοχή, είναι η ανάκτηση των χαμένων της χαρακτηριστικών, που συνδέονται με την πολυχρωμία, την πολυφωνία και τη διεθνή της θέση, ως κομμάτι σε ευρωπαϊκούς και παγκόσμιους χάρτες. Κάτι που απαιτεί την άσκηση έξυπνης και στοχευμένης πολιτικής χαμηλών τόνων, που όμως έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικής εφαρμογής.
Τρία συν ένα είναι τα προφανή προνομιακά πεδία για τη Θεσσαλονίκη, στην προσπάθεια να ενισχυθεί η διεθνής αναγνωρισιμότητά της, χωρίς ασφαλώς να αποκλείονται και άλλα. Σημειώστε:
Πρώτον, ο τουρισμός και ειδικότερα ο στοχευμένος και αναβαθμισμένος τουρισμός. Η κρουαζιέρα, το βυζαντινό και οθωμανικό της παρελθόν με τα εκπληκτικά μνημεία και η γαστρονομία / διασκέδαση είναι τα δυνατά χαρτιά σε αυτή την κατεύθυνση. Ή μάλλον μπορούν να εξελιχθούν σε δυνατά χαρτιά, αφού προς ώρας πηγαίνουν στον αυτόματο πιλότο με αποτέλεσμα χαμηλές επιδόσεις.
Δεύτερον, ο πολιτισμός. Στον οποίο εντάσσονται καλλιτεχνικοί θεσμοί, «φωταγωγημένες» εκδηλώσεις και τα εκπληκτικά μνημεία και μουσεία που υπάρχουν. Αλλά και οι κινηματογραφικές παραγωγές, που τα τελευταία χρόνια ξεκίνησαν στη Θεσσαλονίκη, αλλά μοιάζουν στην πορεία να έχουν μείνει από… καύσιμα.
Τρίτον, η νέα οικονομία. Στην εποχή της ψηφιακότητας η Θεσσαλονίκη έχει -τουλάχιστον θεωρητικά- τη δυνατότητα να αναπτυχθεί, λόγω του ανθρώπινου δυναμικού που σπουδάζει στα τρία πανεπιστήμια της πόλης. Ήδη στην πόλη αφενός έχουν δημιουργηθεί πολλές καινοτομικές start ups, που έχουν ως βασικό πυρήνα κυρίως το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, συνεργάζονται διακριτικά με ξένες επιχειρήσεις και δραστηριοποιούνται στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, κάποιες ξένες επενδύσεις πολυεθνικών εταιρειών, όπως η Pfizer, αφήνουν ήδη το αποτύπωμά τους στην ποιοτική απασχόληση ειδικά νέων επιστημόνων, οι οποίοι βρίσκουν στη Θεσσαλονίκη επαγγελματική διέξοδο, λίγο πριν πολλοί από αυτούς στραφούν στο εξωτερικό. Επίσης, τα κρατικά εγχειρήματα στον χώρο των νέων τεχνολογιών -η Αλεξάνδρεια Ζώνη Καινοτομίας και το Επιχειρηματικό Πάρκο 4ης Γενιάς Thess Intec-, αν και απέχουν από το να επηρεάσουν ουσιαστικά την υφιστάμενη κατάσταση στην πόλη, δημιουργούν κάποιες -έστω πιο μακρινές- προσδοκίες, που καλό είναι να υπάρχουν και -κυρίως- να προχωρήσουν. Στο καλό σενάριο η λεγόμενη «νέα οικονομία» μπορεί να βοηθήσει τη Θεσσαλονίκη να ανακτήσει το χαμένο έδαφος που απώλεσε στον καιρό της «παλιάς οικονομίας», η οποία αν και… λαβωμένη αντέχει ακόμη και συντηρεί γύρω της πολλές καταστάσεις.
Το τέταρτο πεδίο στο οποίο η Θεσσαλονίκη μπορεί να έχει συγκριτικό αναπτυξιακό πλεονέκτημα είναι η διεύρυνση της γκάμας της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η προσέλκυση μη κρατικών πανεπιστημίων, τα οποία τα επόμενα χρόνια αναμένεται να δημιουργηθούν. Ή μάλλον να ιδρυθούν. Με δεδομένο ότι η Θεσσαλονίκη αποτελεί πανεπιστημιούπολη και ως εκ τούτου φοιτητούπολη, διαθέτει και τις υποδομές και την ατμόσφαιρα που θα βοηθήσει κάποιον νέο αφενός να σπουδάσει και αφετέρου να ζήσει με ασφάλεια και ενδιαφέρον τα φοιτητικά του χρόνια, ώστε να αποδειχθούν παραγωγικά και αξέχαστα. Το ενθαρρυντικό, μάλιστα, είναι ότι στις περιόδους κοινωνικής και οικονομικής ανόδου της περιοχής πολλοί νέοι άνθρωποι που σπουδάζουν στη Θεσσαλονίκη παραμένουν τελικά στην πόλη και στηρίζουν ακόμη περισσότερο την πρόοδό της. Κάτι που συνέβη εκτεταμένα στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 και τη βοήθησε πολύ.
Η τελετή απονομής των Όσκαρ θα μεταδοθεί ζωντανά στην οθόνη του Ολύμπιον – Το ραντεβού την Κυριακή 2 Μαρτίου 2025 στις 22.30